ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ μέρος Β’

Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει σήμερα εἶναι νὰ δοῦμε τί ἔκανε στὸν πύργο ἡ ἁγία Βαρβάρα. Μέσα στὸν πύργο ἡ ἁγία Βαρβάρα ποὺ ἤτανε ἔκανε ὅ,τι κάνουν οἱ μοναχοὶ κι οἱ ἡσυχαστές. Τί κάνουν οἱ μοναχοὶ κι οἱ ἡσυχαστές; Ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, δηλαδὴ καλλιεργοῦν τὴν προσευχή. Συγκεντρώνονται μέσα τους, φεύγουν ὅλες οἱ εἐκόνες τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ ἀνοίγει ἕνας δρόμος κι ἕνας πλούσιος χῶρος σ’ ἕναν πνευματικὸ κόσμο.

Αὐτὰ ὅλα τὰ περιγράφουν μερικὰ βιβλία ποὺ εἶναι στὴν Φιλοκαλία, τί ἀκριβῶς γίνεται, εἶναι τόσα πολλὰ τὰ πράγματα ποὺ γίνονται μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ καὶ τὴν καλλιέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ποὺ ἀνοίγει ἕνας ἀπέραντος κόσμος. Ἂν δὲν τὰ ζήση κανεὶς αὐτά, δὲν μπορεῖ καὶ νὰ τὰ περιγράψη.

Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία ποὺ γίνονται μερικὲς περιγραφὲς λέει ὅτι στὴν ἀρχή, καθὼς ἀσχολεῖται κανεὶς μὲ τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ ζωὴ καὶ τὴν προσευχή, ἀνάβει μέσα του ὅ,τι πῆρε στὸ βάπτισμα. Αὐτὸ ποὺ πῆρε στὸ βάπτισμα καὶ ποὺ μπορεῖ σιγά-σιγά μὲ τὶς ἀμέλειες καὶ μὲ τὴ ζωὴ τὴν ἁμαρτωλὴ νὰ σβήση, ἀνάβει. Καὶ στὴν ἀρχή, λέει, αἰσθάνεται μέσα του ὅτι ὑπάρχει μιὰ θεϊκὴ φωτιά. Ὅπως οἱ ἀπόστολοι. Δηλαδὴ περπατοῦν στὸ δρόμο, αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν, εἶναι στὸ σῶμα τους, ἔχουν αἴσθησι στὴν ψυχή τους κι ἔχουν καὶ μιὰ θεϊκὴ φωτιά, μιὰ θεϊκὴ παρουσία. Κι ὅταν προχωρήσουν ἀκόμη πιὸ πολύ, αἰσθάνονται μέσα τους νὰ ἔχουν ἕνα θεϊκὸ φῶς.

Ἡ ἁγία λοιπὸν Βαρβάρα καλλιεργοῦσε τὴν ἐσωτερικὴ προσευχὴ καὶ μετά, καθὼς προχωροῦμε σ’ αὐτὰ τὰ στάδια τὰ ἐσωτερικά, αἰσθάνεται κανεὶς τὸν Θεό σὰν μιὰ ἀπέραντη γλυκύτητα. Πῶς εἶναι κάποιος καὶ τρώει ἕνα γλυκὸ καὶ ξετρελαίνεται; Γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς κάνει καρδιὰ γιὰ τίποτε ὑλικό. Γι’ αὐτὸ κάθε φορὰ ποὺ ὁ πατέρας της ἔλεγε γιὰ παντρειά, τὸν ἀπέρριπτε. Αὐτὴ ζοῦσε σὲ κόσμους τόσο ὡραίους καὶ τόσο ὑπέροχους, ποὺ δὲν εἶχε καθόλου ὄρεξι γιὰ παντρειές.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὴν ἁγία Βαρβάρα κι ὁ ὁποῖος γιορτάζει κι αὐτὸς σήμερα, ἀσχολήθηκε κι ἔγραψε ἕνα ὡραῖο ἐγκώμιο γιὰ τὴν ἁγία Βαρβάρα κι ἀσχολήθηκε μὲ τὸ τί ἔκανε ἡ ἁγία Βαρβάρα, ὄταν ἤτανε μέσα στὸν πύργο. Καὶ τὸ ἔχει γράψει σὲ ὕμνο σὲ στὺλ χαιρετισμούς. Ἀκοῦστε νὰ δῆτε πῶς τὸ γράφει αὐτό.

«Χαῖρε ἡ ἐν τῷ πύργῳ ὡς ἐν ἀσφαλεῖ φρουρίῳ». Οἱ καλόγεροι πηγαίνουν στὰ μοναστήρια, στὶς ἐρημιές. Μιὰ κοπέλα ποὺ νὰ πάη; Τά’ φερε ἔτσι ὁ Θεὸς ποὺ τὴν εἶχε ἀσφαλίσει ὁ ἴδιος ὁ πατέρας της γιὰ ἄλλους λόγους βέβαια, ἀλλ’ ὁ Θεὸς τὰ οἰκονόμησε γιὰ ἄλλους λόγους. Νὰ γίνη μονάστρια καὶ ἡσυχάστρια «ὡς ἐν ἀσφαλεῖ φρουρίω», δὲν κινδύνευε πουθενά, «καὶ παρθένων εὐκτηρίῳ». Εὐκτήριος οἶκος ἦταν οἱ Ἐκκλησίες, πρῶτα πρὶν γίνουν ἐπίσημες Ἐκκλησίες, ἦταν οἱ εὐκτήριοι οἶκοι. Δηλαδή, μαζεύονταν μερικοὶ Χριστιανοὶ σ’ ἕνα σπιτάκι, ἕνα δωμάτιο […] «πυκνὰς καὶ ἀκραιφνεῖς τῷ Θεῷ προσευχὰς ἀναπέμπουσα». Δηλαδή, αὐτὸ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως. Καλλιεργοῦσε τὴν προσευχή.

«καὶ τῇ ἀπλανεῖ τῶν ὄντων θεωρία πρὸς τὸν ποιητήν ἀναχθεῖσα». Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖ ψηλὰ ποὺ ἦταν κι ἔβλεπε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἔβλεπε γύρω τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, ἔβλεπε πάνω τὸν οὐρανό, τὰ ἡλιοβασιλέματα, τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου, ἔβλεπε, λέει, τὴν ὀμορφιὰ τῶν δημιουργημάτων καὶ πήγαινε στὸν Δημιουργό. Μὲ θεωρία τῶν ὄντων ἀναγότανε πρὸς τὸν Ποιητὴν τῶν ὄντων. Ἔβλεπε τὶ ἔφτιαξε ὁ Θεὸς καὶ μετὰ πήγαινε τὸ μυαλό της στὸν Θεό. Δηλαδὴ ἀσχολεῖτο συνεχῶς τὸ μυαλό της μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὸν Θεό. Κι ἔλεγε: «Ἀφοῦ εἶναι τόσο ὄμορφα τὰ δημιουργήματα, τόσο ὡραῖο τὸ ἡλιοβασίλεμα, πόσο πιὸ ὡραῖος θὰ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ παράδεισος;»

Καὶ μετά, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «καὶ τοῦ μόνου ὄντος καλοῦ τε καὶ ἐραστοῦ ἀπλήστως κατατρυφήσασα». Λέει, βρῆκε τὸ μόνο καλό. Καλὸ θὰ πῆ ὡραῖο ἐδῶ. Καὶ τὸ μόνο ἐραστό. Ὅπως εἶναι κάποιος καὶ κάποια κοπέλα κι ἀγαπᾶ καὶ ξετρελαίνεται κι ἀντιστρόφως, ἔτσι λέει βρῆκε τὸ πραγματικὰ ἐραστόν, ποὺ εἶναι ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέμε «θεῖος ἔρωτας», «ἀπλήστως κατατρυφήσασα». Και το γεύθηκε αυτό και το απόλαυσε και δεν το χόρταινε. Δεν λέει απλώς «τρυφήσασα», τρυφή θα πή απόλαυσι, αλλά «κατατρυφήσασα», δηλαδή έπινε και έτρωγε πνευματικά το μεγαλείο και την ομορφιά και την δόξα του Θεού. Αὐτὰ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Καὶ τὸ συμπέρασμα. Γιὰ νὰ μπορέση ἡ ἀγία Βαρβάρα νὰ ἀντέξη στὰ φοβερὰ μαρτύρια, εἶχε προηγηθῆ αὐτό. Ἡ καλλιέργεια τῆς προσευχῆς, ἡ ἕνωσι μὲ τὴ Θεία Χάρι, γέμισε ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα κι εἶχε τέτοια δύναμι, ποὺ ἄντεξε στὰ μαρτύρια. Ὅπως οἱ Ἀπόστολοι ἄντεξαν τὴ δύσκολη ζωή, διότι προηγήθηκε ἡ Πεντηκοστὴ κι ἦρθε μέσα τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς δυνάμωσε, τοὺς ἐνίσχυσε, καὶ ἄντεξαν σ’ ὅλες τὶς δυσκολίες.

Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ βρίσκουμε μερικὲς ὧρες ν’ ἀπομονωνώμαστε, νά’ χουμε κάποιον ἥσυχο χῶρο, ποὺ λέει ὁ Χριστός «εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖον σου» καὶ ν’ ἀσχολούμεθα λίγο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ λίγο μὲ τὸν Θεό. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ μεγάλη χαρὰ κι ἡ μεγάλη ἡδονή. Ὅλ’ αὐτὰ τοῦ κόσμου […] εἶναι παρερχόμενα κι εἶναι κούφια καρύδια, ὅπως ἔλεγε κάποιος. Ἄχυρο καὶ κούφια καρύδια. Ἡ ἁγία Βαρβάρα γεύθηκε τὸ πραγματικὸ καὶ τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ὄντως ἐραστόν, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, γέμισε ἀπὸ Θεία Χάρι, γέμισε ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μετὰ ἄντεξε σὲ ὅλα τὰ μαρτύρια κι εἶναι ἁγία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μᾶς στηρίζει καὶ μᾶς εὐλογεῖ κι εὐλογεῖ κι αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο.

 

 

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ μέρος Α’

Προσπαθήσανε ἀπὸ τὴν ἁγία Βαρβάρα νὰ βγάλουνε ἀπὸ μέσα της τὴν πίστι στὸν Χριστό ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους καὶ μάλιστα δυνάμεις ποὺ ὑπῆρχαν μέσα στὴν οἰκογένειά της. Ὁ ἴδιος ὁ πατέρας της ἤτανε φανατικὸς εἰδωλολάτρης καὶ προσπαθοῦσε νὰ τῆς ξερριζώση τὴν πίστι ἀπὸ τὴν ψυχή της. Ἀλλὰ αὐτὴ ἤτανε ἀλύγιστη καὶ κρατοῦσε καλὰ καὶ ψηλὰ τὴν σημαία τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Καὶ ἄρχισαν τὰ  μαρτύρια. «τύπτεται δεινῶς», τὴν χτυπούσανε λέει πολὺ σκληρά. «τὰς σάρκας ξέεται», τῆς ξέσχισαν τὶς σάρκες, «τὰς πλευρὰς κατακαίεται», τῆς ἔκαιγαν τὰ  πλευρά. «καὶ σφαίραις κατὰ κεφαλῆς παίεται» καὶ τὴν χτυπούσανε μὲ σιδερένιες σφαῖρες στὸ κεφάλι. «εἶτα τὴν πόλιν γυμνὴ περιάγεται». Γιὰ νὰ τὴν ξεφτιλίσουν, τὴν ξεγύμνωσαν καὶ τὴν γυρνοῦσαν μέσα στὴν πόλι «καὶ τύπτεται», ἄλλα χτυπήματα, «καὶ τὴν διὰ ξίφους δέχεται τελευτήν» καὶ στὸ τέλος ἀποκεφαλίζεται μὲ ξίφος. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὴν ἀποκεφάλισε ἤτανε, παρακαλῶ, ὁ ἴδιος ὀ πατέρας της. «αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πατρός», λεγότανε Διόσκουρος, «ταῖς οἰκείαις χερσίν ἀνελόντος». Τὴν ἐφόνευσε ὁ ἴδιος ὁ πατέρας της μὲ τὰ χέρια του, διότι ἦταν φανατικὸς εἰδωλολάτρης καὶ δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση καθόλου γιὰ Ἰησοῦ Χριστό.

Ἡ ἁγία Βαρβάρα ὅμως μέχρι τέλους βάδισε τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου καὶ δὲν λύγισε. Κατετάγη στοὺς μάρτυρες, τὰ μὲν λείψανά της εἶναι σκόρπια ἐδῶ στὴ γῆ, στὴν Ἐκκλησία καὶ θαυματουργοῦν, ἡ δὲ ψυχή της εἶναι στὸν οὐρανό, κάτω ἀπ’ τὸ οὐράνιο θυσιαστήριο, ὅπως τὸ εἶδε ὁ ἅγιος Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι.

Ἀπὸ τὴν ἁγία Βαρβάρα διδασκόμεθα τὸ ἑξῆς. Ὅτι πρέπει νὰ ἔχουμε ἀντοχὴ καὶ νὰ μὴ λυγίζουμε. Ἡ ἁγία Βαρβάρα ἐδέχετο πιέσεις ὄχι ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσαν ἀπὸ τὸ σπίτι της κι ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν πατέρα της ἀλλὰ δὲν λύγισε. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἔχει γράψει μιὰ ἐπιστολὴ στὸν ἅγιο Πολύκαρπο καὶ τοῦ λέει «στῆθι ἑδραῖος ὡς ἄκμων τυπτόμενος». Ὅπως τὸ ἀμόνι, λέει, τὸ χτυπᾶνε σφῦρες ἐκεῖ καὶ δὲν παθαίνει τίποτα, ἔτσι κι ἐσύ, ὅσες σφῦρες νὰ σὲ χτυποῦνε, πρέπει νὰ εἶσαι σὰν τὸ ἀμόνι, ἀλύγιστος καὶ ἑδραῖος.

Θυμᾶμαι παλαιά, ὅταν ἤμασταν μικροί, μᾶς λέγανε στὰ κατηχητικὰ μιὰ ἱστορία, μιὰ παραβολή, ὅτι ἤτανε δυὸ βάτραχοι κι ἀπεφάσισαν νὰ κάνουν τὸ γύρο τοῦ κόσμου. Ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν συναντοῦσε δυσκολίες τὰ παρέδιδε, ὁ ἄλλος ὅμως εἶχε ἐπιμονή. Ξεκινήσανε λοιπόν, περνούσανε χῶρες, περιοχές, βουνά, πεδιάδες, βρεθήκανε σὲ μιὰ βουνοπλαγιὰ ποὺ ἦταν ἐκεῖ μιὰ περιοχὴ κτηνοτροφική. Κι ἐκεῖ ποὺ πηδήσανε οἱ δύο βάτραχοι, ἔπεσαν σ’ ἕναν κάδο μὲ γάλα. Γάλα εἶχαν βάλει μέσα οἱ τσοπάνηδες καὶ πέσανε μέσα καὶ οἱ δυό. Ὁ ἕνας λοιπὸν ποὺ ὅταν ἔβρισκε κανὰ ἐμπόδιο τὰ παρέδιδε, λέει «πνίγομαι, πνίγομαι», πάει πνίγηκε σὲ λίγο. Ὁ ἄλλος ὅμως λέει «θ’ ἀγωνιστῶ μέχρι τέλους. Ὅση δύναμι ἔχω, θὰ χτυπάω ἐκεῖ θ’ ἀγωνίζομαι». Καὶ χτύπαγε, χτύπαγε, χτύπαγε καὶ στὸ τέλος βρέθηκε πάνω σ’ ἕνα κομμάτι βούτυρο. Κι ἔτσι γλύτωσε καὶ προχώρησε τὴν πορεία τους.

Εἶχε ἀντοχή, εἶχε ἐπιμονὴ κι ἐμεῖς πρέπει νὰ μὴ λυγίζουμε σὲ κάθε δυσκολία ποὺ θὰ μᾶς τύχη. Γιατὶ στὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας ὁ πειρασμὸς ἰδιαίτερα τοὺς χριστιανοὺς  τοὺς πολεμάει καὶ τοὺς φέρνει διάφορα ἐμπόδια. Τοὺς ἀναταράζει τὴ σκέψι καὶ τοὺς λέει «Ἄλλαξε δρόμο» σὲ πολλὰ σημεῖα. Ἐμεῖς ὅμως πρέπει νὰ μὴ λυγίζουμε, ὅπως ἡ ἁγία Βαρβάρα δὲν λύγισε καθόλου.

Καὶ νὰ θυμηθοῦμε μιὰ κουβέντα πού’ λεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κι ἂν ἤτανε ποὺ συνήντησε δυσκολίες στὴ ζωή του καὶ στὸ τέλος ὅλο νικοῦσε. Κι εἶπε μιὰ φράσι «πάντα ἰσχύω», πάντοτε λέει τὰ βγάζω πέρα, τὰ καταφέρνω. Ἀλλὰ πῶς; «ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ». Πάντα νικάω, πάντα ἔχω ἰσχύ, πάντα βγαίνω νικητὴς μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ βγῆκε νικήτρια ἡ ἁγία Βαρβάρα, ἔτσι κι ἐμεῖς καὶ στὰ μεγάλα καὶ στὰ μικρὰ θέματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς νὰ ἀγωνιζώμαστε, νὰ μὴν ὑποχωροῦμε, νὰ ἔχουμε ἀντοχή, νὰ μὴ λυγίζουμε, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ πάρουμε κάποια ἀπὸ τὴ χάρι τῶν προγόνων μας. Διότι ἐμεῖς εἴμαστε, ὅπως λέει κι ἕνας ποιητής, ἀπόγονοι μαρτύρων καὶ ἀπόγονοι καὶ τῆς ἁγίας Βαρβάρας, πνευματικοὶ ἀπόγονοι. Ταῖς αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.