ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΔΑΝΙΗΛ

Τὸ ὄνομα Δανιὴλ σημαίνει «ὁ Θεὸς κρίνει» ἢ «ὁ Θεὸς εἶναι κριτής μου». Εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς, ἀφοσιώσεως στὸν Θεό, ἀλλὰ εἶχε καὶ εὐρεῖα μόρφωσι, εἶχε ἔκτακτη εὐφυΐα καὶ ἀπέκτησε τρομερὴ σοφία, τόση μεγάλη σοφία, ποὺ οἱ αὐτοκράτορες ἤθελαν νὰ τὸν ἔχουν δίπλα τους γιὰ σύμβουλο.

Τὸ ὄνομά του εἶχε ἀποκτήσει τέτοια μεγάλη φήμη, ὥστε, κάποτε ποὺ ὁμιλεῖ ὁ Θεὸς στὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ ὅτι ἡ ἁμαρτία σ’ αὐτὴ τὴ χώρα εἶναι πολὺ μεγάλη, ποὺ θὰ καταστραφῆ αὐτὴ ἡ χώρα καὶ τοῦ λέει ἐκεῖ ὁ λόγος ὁ προφητικός: «Ἀκόμη λέει κι ἂν βρίσκονται ἐκεῖ ὁ Νῶε, ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἰώβ, αὐτοὶ μόνο θὰ σωθοῦν, οἱ ἄλλοι θὰ καταστραφοῦν». Δηλαδὴ τὸν Νῶε, τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν Ἰὼβ τοὺς ἔχει ἀπὸ τοὺς πιὸ περίφημους ἀνθρώπους τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Ἐπίσης ὑπάρχουνε διάφορα κείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι σὲ διάφορες γλῶσσες σημιτικές, ποὺ ἀναφέρουν ὅτι πέρασε ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα κάποιος ἥρωας προικισμένος μὲ μεγάλη σοφία καὶ κρίσι, ποὺ λεγόταν Δανιήλ. Δηλαδὴ τὸ ὄνομά του ἀπέκτησε πάρα πολὺ μεγάλη φήμη καὶ πολὺ μεγάλη δόξα.

Ὁ αὐτοκράτορας τῆς Βαβυλῶνος, ὁ Ναβουχοδονόσωρ, φαίνεται εῖχε μεγάλη πολιτικὴ σοφία καὶ ἀπό διαφόρους λαοὺς ἔπαιρνε νεαρὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα τὰ εἶχε στὸ παλάτι του καὶ τὰ σπούδαζε νὰ μάθουνε καλὰ τὴ βαβυλωνιακὴ γλῶσσα καὶ νὰ τὰ ἔχη νὰ μπορῆ νὰ διοικῆ τοὺς λαοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους καταγόταν αὐτὰ τὰ παιδιά. Πῆγε λοιπὸν καὶ στὴν Παλαιστίνη καὶ διάλεξε τέσσερεις ἐκλεκτοὺς νέους, ποὺ ἦταν εὐγενικῆς καταγωγῆς καὶ διέθεταν εὐφυΐα. Τοὺς Τρεῖς Παῖδες καὶ τὸν προφήτη Δανιήλ. Ἔτσι λοιπὸν ὁ προφήτης Δανιὴλ ἐσπούδασε, μορφώθηκε κι ἀναδείχθηκε.

Ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τὴ μεγάλη ποὺ εἶχε κι ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσι στὸν Θεὸ κι ἀπὸ τὴν ἀποφασιστικότητα νὰ μὴν ἐπηρεαστῆ καθόλου ἀπὸ τὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον, ἐνῶ οἱ ἄλλοι νέοι στὰ ἀνάκτορα τρώγανε πάσης φύσεως τροφές, ἐκεῖνος τὰ κατάφερε ὥστε νὰ μὴν τρώη καμμία τροφὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν μωσαϊκό Νόμο.

Μὲ ὅλ’ αὐτὰ λοιπὸν ὁ προφήτης Δανιὴλ ἀπέκτησε κι ἕνα μεγάλο χάρισμα. Ἀποκαλυπτικὰ ὄνειρα ποὺ ὡρισμένες φορὲς ἀπεκαλύπτοντο στοὺς βασιλεῖς τῶν χωρῶν ἐκείνων νὰ μπορῆ νὰ τὰ ἑρμηνεύη. Καὶ ἀναφέρονται δύο περιπτώσεις μὲ δύο ὁράματα, τὰ ὁποῖα εἶχαν ὁἀποκαλυπτικὸ χαρακτῆρα, τὰ ὁποῖα εἶδε ο αὐτοκράτορας τῆς Βαβυλῶνος, κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὰ ἐξηγήση καὶ τὰ ἐξήγησε ὁ προφήτης Δανιήλ. Τόσο πολὺ συγκινήθηκε ὁ αὐτοκράτορας, ὅταν τοῦ ἐξήγησε τὸ πρῶτο ὄνειρο, ὥστε τὸν κατέστησε ἄρχοντα τῶν σατραπῶν τῆς περιοχῆς τῆς Βαβυλῶνος. Μεγάλο ἀξίωμα καὶ μεγάλη δόξα. Ὁ προφήτης Δανιήλ, μὲ τὴν συμπεριφορά του καὶ μὲ ὅλα ὅσα ἐπετέλεσε, ἔκανε τρεῖς αὐτοκράτορες νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Ἰσραηλιτῶν. Δηλαδὴ μὲ τὴν παρουσία του ἐδόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπεκάλυψε στὰ ἔθνη ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός.

Στὰ πρῶτα ἕξι κεφάλαια τοῦ προφήτου Δανιὴλ ὑπάρχουνε ἱστορίες ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Ναβουχοδονόσορος, ἀλλὰ ὑπάρχει κι ἕνα καταπληκτικὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε κι εἶναι γνωστὸς ὁ προφήτης Δανιὴλ ἀπ’ αὐτὸ τὸ θαυματουργικὸ περιστατικό, ποὺ τὸν ἔρριξαν στὸν λάκκο τῶν λεόντων κατόπιν συκοφαντίας καὶ ἔμεινε ἀπείραχτος. Γι’ αὐτὸ λέει καὶ τὸ τροπάριό του «λεόντων ποιμὴν ὡς προβάτων ἐδείκνυτο».

Ἀναφέρεται καὶ μιὰ περίπτωσι ποὺ ὁ προφήτης Δανιὴλ ποὺ ἔσωσε μιὰ σεμνὴ γυναῖκα ἀπὸ βέβαιο θάνατο, τὴ Σωσάννα, ποὺ τὴν εἴχανε συκοφαντήσει δύο πρεσβύτεροι, δύο φιλήδονοι, σιχαμεροὶ ἄνθρωποι, ὅτι εἶχε διαπράξει μοιχεία κι ἐνῶ ἦταν ἕτοιμη νὰ πάη νὰ καταδικαστῆ καὶ νὰ θανατωθῆ, ἐνῶ ὁ προφήτης Δανιὴλ ἦταν ἀκόμη σὲ μικρὴ ἡλικία, ἐπενέβη καὶ ἀπέδειξε ὅτι ἦταν ἀθώα ἡ Σωσάννα καὶ ἔνοχοι ἦταν αὐτοὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι.

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου τοῦ προφήτου Δανιήλ, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ κεφάλαιο ἕβδομο ἕως καὶ τὸ δωδέκατο, ἔχει συνέχεια ἀποκαλυπτικὰ ὁράματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μερικὰ τρομερὰ ὁράματα, ποὺ ὅταν τὰ ἔβλεπε, δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατηθῆ μετά. Εἶδε καὶ τὸ ὅραμα τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶδε τὴν προτύπωσι τοῦ Ἀντιχρίστου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ ἦταν ὁ Ἀντίοχος ὁ Δ΄ ὁ Ἐπιφανής, εἶδε καὶ τὸν Ἀντίχριστο ποὺ θὰ ἔρθη στὶς ἐσχατες ἡμέρες, εἶδε ἀκόμη καὶ τὴν κρίσι, εἶδε καὶ τὸν θρόνο τὸν πύρινο ποὺ θὰ περάσουν καὶ θὰ κριθοῦν ὅλοι, εἶδε καὶ τὸν Χριστὸ νὰ κρίνη μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ φράσις στὴν Καινὴ Διαθήκη «Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» εἶναι παρμένη ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιήλ. Εἶχε μιὰ προφητεία ποὺ ὀνομάζεται «οἱ ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες» καὶ ἀναφέρει ὅτι ἂν θὰ τελειώσουν οἱ ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες, θὰ γίνη ἡ ἀπολυτρωτικὴ θυσία, ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ. Δηλαδὴ προσδιώριζε πότε θὰ ἔρθη ὁ Χριστὸς καὶ πότε θὰ θυσιαστῆ.

Τὰ μεγάλα διδάγματα ποὺ παίρνουμε ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιὴλ εἶναι: Πρῶτα, τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἔχει μεγάλη σημασία ἡ νυχτερινὴ προσευχή. Ὅταν ἤτανε νὰ ἑρμηνεύση τὰ δύσκολα ὁράματα, προσευχότανε καὶ μέσα στὴν ἡσυχία καὶ στὴν κατάνυξι τῆς νύκτας, ἐκείνη τὴν ὥρα, λέει, τοῦ ἀπεκαλύπτετο ἡ ἐξήγησι τοῦ ὁράματος, ἡ ἐξήγησι τοῦ ὀνείρου.

Ἕνα δεύτερο ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε σταθεροὶ καὶ ἀνεπηρέαστοι ἀπ’ τὸ περιβάλλον μας. Ἂν τὸ περιβάλλον μας εἶναι κοσμικὸ καὶ ἀντιχριστιανικό, ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεαζώμαστε, ὅπως κι ὁ προφήτης Δανιὴλ ζοῦσε μέσα στὴν καρδιὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ δὲν ἐπηρεάστηκε καθόλου καὶ ἔμεινε σταθερὸς στὴν πατροπαράδοτη πίστι του. Κι ἕνα ἐπίσης πάρα πολὺ σπουδαῖο δίδαγμα ποὺ βγαίνει ἀπὸ ἕνα ὅραμα τοῦ προφήτου Δανιὴλ μὲ τὸ ἄγαλμα καὶ τὴ μικρὴ πέτρα, ποὺ ἡ μικρὴ πέτρα χτύπησε τὸ ἄγαλμα, τὸ ἔρριξε κάτω, μεγάλωσε καὶ γέμισε ὅλη τὴ γῆ. Ἡ πέτρα αὐτὴ ποὺ ἔγινε ὁ βράχος ποὺ κάλυψε ὅλη τὴ γῆ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Λέει δηλαδὴ ὁ προφήτης Δανιήλ, ὅτι ὅλες οἱ βασιλεῖες θὰ καταργηθοῦν κάποια μέρα καὶ θὰ παραμείνη αἰώνια καὶ ἀσάλευτη ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέει καὶ ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, «καὶ ἐκλικμήσει πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν», ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸν Θεόν.

Αὐτὰ εἴχαμε νὰ ποῦμε γιὰ τὸν προφήτη Δανιὴλ καὶ πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχουν τόσες ἁγίες μορφὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὴν Καινὴ Διαθήκη, μέσα στοὺς εἴκοσι αἰῶνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ποὺ δὲν προλαβαίνει κανείς, ὅλος ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δὲν ἐπαρκεῖ, γιὰ νὰ μελετήση αὐτὲς τὶς ὑπέροχες μορφές.

Καὶ πόσο κακὸ κάνουν οἱ Χριστιανοί, ποὺ τρῶνε τὶς ὧρες τῆς ζωῆς τους στὴν τηλεόρασι καὶ σὲ κάτι σήριαλ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τίποτε νὰ ὠφεληθοῦν καὶ τόσες ἅγιες μορφές, μὲ τὶς ὁποῖες ν’ ἀσχοληθοῦμε καὶ ν’ ἀνεβοῦμε πνευματικά, τὰ περιφρονοῦμε.[…]

Η ΛΥΡΑ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο “Η έκπληξη του υπερφυσικού”)

Πρόλογος

                Κάποτε  που διάβαζα για αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους βρήκα ότι οι Επικούρειοι δίδασκαν ότι το θείον δεν αναμειγνύεται καθόλου στις υποθέσεις του κόσμου.

                Και στην Ευρώπη σε μια κίνησι που αναπτύχθηκε τον 17ο και τον 18ο αιώνα, στον δεϊσμό, δίδασκαν: Ο Θεός μετά την δημιουργία του κόσμου απέχει από κάθε επέμβασι στην διαδικασία του φυσικού κόσμου και στις υποθέσεις των ανθρώπων.

                Δηλαδή από τους ανθρώπους που θεολογούν, ωρισμένοι δέχονται τον Θεό εντελώς εξωκοσμικό.

                Για μας ο Θεός είναι και εξωκοσμικός και ενδοκοσμικός. Από της πλευράς της θείας ουσίας είναι εξωκοσμικός, απλησίαστος. Από την πλευρά των θείων ενεργειών είναι ενδοκοσμικός. Παρεμβαίνει στον κόσμο, στην φύσι, στην ανθρώπινη ιστορία.

                Με την ίδρυσι της Μωσαϊκής θρησκείας, με τους προφήτες της Π. Διαθήκης και πολύ περισσότερο με την ίδρυσι της Χριστιανικής Εκκλησίας το θείον εισβάλλει στην ιστορία. Ο παλαιός προφήτης γράφει: «Μετά τούτο (ο Θεός) επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ γ’ 38).

                Μελετώντας την ζωή εναρέτων ανθρώπων συχνά βλέπουμε την παρουσία θείων ενεργειών. Αυτό φαίνεται πιο έκδηλο στην ζωή των αγίων. Οι άγιοι γίνονται οχήματα, διά των οποίων μεταφέρεται στον κόσμο η δύναμις του Θεού. Εκεί που κυλάει απλά και φυσικά η ζωή τους συμβαίνει κάτι που δημιουργεί ρίγος. Είναι το ρίγος του υπερφυσικού. Πολλές φορές η προσευχή ενός αγίου επέφερε θαυμαστό αποτέλεσμα που ανέτρεψε την φυσική τάξι. Στον βίο των αγίων συμπλέκεται έντονα το φυσικό με το υπερφυσικό.

                Αυτό το βλέπουμε και σε άλλες περιπτώσεις. Κάποιοι κακοί εργάζονται ένα ανόσιο έργο. Κι εκεί νομίζουν ότι θα το φέρουν εις πέρας παρεμβαίνει ένας απρόβλεπτος παράγων και το ακυρώνει. Πολλές φορές ο παράγων αυτός μπορεί να έχη έντονο το υπερφυσικό στοιχείο.

                Στις σελίδες του παρόντος βιβλίου θα δούμε πολλών ειδών περιστατικά και γεγονότα, που θα σηματοδοτούν την έκπληξι του υπερφυσικού. Πιστεύουμε ότι πολλοί ή λίγοι αναγνώστες θα αποκομίσουν την ιδέα ότι κάπου μπορούν να αναπνεύσουν με την αναπνοή της ελπίδος˙ ότι δεν θα νοιώθουν συνθλιμμένοι στα γρανάζια της φυσικής νομοτέλειας ή στις αδιέξοδες καταστάσεις της ζωής˙ μιας ζωής η οποία μοιάζει με βάρκα που κυλάει στην θάλασσα μιας παρηκμασμένης κοινωνίας.

                Εν πολλοίς το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου έχει γίνει γνωστό σε αρκετό κόσμο μέσω των ερτζιανών κυμάτων. Και, όπως διαπιστώσαμε, πολλές ψυχές αισθάνθηκαν αγαλλίασι.

                Όσοι βρουν κάτι καλό σ’αυτό το βιβλίο, ας δοξάσουν Εκείνον που με τον δύναμί του κάνει μια ταλαίπωρη βρύσι να τρέξη νερό για να ξεδιψάση ο λαός του.

     Αθήναι, 14.2.2003

   Μνήμη του μεγάλου                                                                         Αρχιμανδρίτης

πνευματικού αγωνιστού                                                            Δανιήλ Γούβαλης

    οσίου Αυξεντίου

Η λύρα του θείου Πνεύματος

 

Τον 5° μ.Χ. αιώνα υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι ένας ναός αφιερωμένος στην Παναγία που ώνομαζόταν «έν τοίς Κύρου». Κάποιος ευλαβής Χριστιανός, όνόματι Κύρος, ήταν έκείνος πού οικοδόμησε τον ναό και έτσι πήρε και τό όνομά του. Στον τόπο πού χτίσθηκε αυτή ή έκκλησία είχαν συμβή κάποια θαυμαστά πράγματα, σχετιζόμενα μέ μία εικόνα τής Παναγίας. Αύτή ή εικόνα είχε μεγάλη θαυματουργική δυναμι. ’Αμέτρητα ήταν τά θαύματά της. «Έτέλει μυρία θαυμάσια».

Για κάποιο χρόνο παρέστη άνάγκη νά κρυφτή κάπου ή εικόνα. Ένας ευλαβής Χριστιανός σκέφθηκε νά την κρύψη σ’ ενα κυπαρίσσι. Άφού εμεινε κρυμμένη έκεί γιά κάποιο χρονικό διάστημα, κατόπιν έδήλωσε την παρουσία της. Αύτό εγινε μέ ύπερφυσικό τρόπο. Δηλαδή εβλεπαν οί Χριστιανοί να έμφανίζεται στο κυπαρίσσι μία θαυμαστή λάμψις. «Πάλαι μέν έκρύβη (ή εικών) υπό εύλαβούς τίνος εις τήν έκεί εύρισκομένην κυπάρισσον, ύστερον δέ έφανερώθη, λαμπάδος έν τη κυπαρίσσω φαινομένης». Αυτά τά άναφέρει ό Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ένας έξαιρετικός έκκλησιαστικός ιστορικός του 13ου- 14ου αί. Όχι μόνο ιστορικός, άλλά και ύμνογράφος και άγιολόγος και λειτουργιολόγος και καταπληκτικός συγγραφεύς. Στις πρώτες δεκαετίες τού 14ου αί. ήταν ή μορφή που δέσποζε στήν Κωνσταντινούπολι γιά τήν έν γένει πνευματική της λάμψι και δραστηριότητα. Ανάμεσα στήν πολυειδή και ογκώδη συγγραφική του έργασία συγκαταλέγεται και τό έργον, «Περί Ρωμανού τού Μελωδού και τής ποιήσεως αύτού».

Λοιπόν, ή φωτεινή λάμψις πού έκπεμπόταν άπό τό κυπαρίσσι γνωστοποίησε τήν υπαρξι τής θαυματουργού εικόνος τής Παναγίας. Τό κυπαρίσσι θεωρήθηκε ιερό δένδρο. Κι εκεί δεν άργησε να ανεγερθή ναός πρός τιμήν τής Παναγίας. Και επειδή ό κτήτωρ ώνομαζόταν Κύρος, ή έκκλησία πήρε τό όνομα «Ναός τής Ύπεραγίας Θεοτόκου έν τοίς Κύρου». Πολλοί Χριστιανοί πού βρίσκονταν σέ δυσκολίες και σε ανάγκες κατέφευγαν στήν έν λόγω έκκλησία κι εναπέθεταν τά προβλήματά τους στήν Παναγία. Μπροστά στήν θαυματουργό εικόνα της γίνονταν οι πιο θερμές προσευχές και χύνονταν καυτά δάκρυα˙ αλλά αναπεμπόταν και μεγάλες ευχαριστίες μετά την εκπλήρωσι των αιτημάτων.

Έκεί τελικά δημιουργήθηκε σπουδαίο μοναστικό κέντρο, ή Ιερά Μονή τής Θεοτόκου έν τοίς Κύρου. Πολλές ψυχές πού διψούσαν νά αφιερωθούν στον Θεό και στήν προσευχή έρχονταν νά έγκαταβιώσουν σ’ αυτό τό μοναστήρι, πού καρδιά του ήταν ή θαυματουργός εικών τής Παναγίας. Στά τέλη τού 5ου αί. ή στις αρχές τού 6ου ήρθε νά έγκαταβιώση εκεί ένας ευλαβής διάκονος ονόματι Ρωμανός.

Καταγόταν από τήν Έμεσα τής Συρίας. Μία ύποσημείωσις τού Μεγάλου Συναξαριστή δηλώνει τά άκόλουθα: «Ή Έμεσα ήτο πόλις περίφημος τής άρχαίας Κοίλης Συρίας επί τού ποταμού Όρόν του, τού σημερινού Νάρ έλ Άσί σήμερον άνήκει εις τό κράτος τής Συρίας και ονομάζεται Χόμς». Στήν πόλι τής Βηρυτού, στον ναό τής Άναστάσεως, χειροτονήθηκε διάκονος. Στήν ίδια πόλι έκανε και τις σπουδές του. ’Από τήν Βηρυτό έρχεται στήν Κωνσταντινούπολή Αύτό συνέβη όταν στον αύτοκρατορικό θρόνο ήταν άνεβασμένος ό Αναστάσιος ό Α’ (491-518 μ.Χ.), ό όποιος μπορεί κατά τά άλλα νά ήταν καλός, αλλά δυστυχώς έκλινε πρός τον Μονοφυσιτισμό.

Έπί Αναστασίου τού Α’ λοιπόν, ό διάκονος Ρωμανός βρίσκεται στήν Κωνσταντινούπολή στο μοναστήρι τής Παναγίας τής «έν τοίς Κύρου». Συχνά ελάμβανε μέρος και στις ολονύκτιες άγρυπνίες πού έτελούντο στον ναό τής Παναγίας τών Βλαχερνών.

Τά πολυάριθμα θαύματα τής Παναγίας τής έν τοίς Κύρου, των οποίων άμεσα ή έμμεσα ήταν μάρτυς, τον συγκλόνισαν.

Έβλεπε Χριστιανούς νά πέφτουν μέ πίστι μπροστά στήν άγια εικόνα ζητώντας τήν βοήθειά της, και ή θεομητορική άπάντησις έρχόταν σύντομα. Τά αιτήματα τών πιστών εύρισκαν τήν εκπλήρωσί τους. Οί καημοί τους, οί έπιθυμίες τους έπραγματοποιούντο.

Είχε και ό διάκονος Ρωμανός ένα μεγάλο πόθο ήθελε νά γράφη και νά μελοποιή θεϊκά τραγούδια. Είχε καημό νά συνθέτη ύμνους πρός δόξαν τοϋ Θεοϋ και τών άγίων. Ζήλευε τον αρχαίο προφήτη και βασιλέα Δαβ’ιδ πού συνέθεσε τούς απαράμιλλους ψαλμούς. Ό Ρωμανός δεν έπιθυμούσε ούτε καλά φαγητά ούτε ωραία ένδύματα ούτε άλλα πράγματα πού επιζητούν οί κοσμικοί και υλόφρονες. Ή μεγάλη του επιθυμία αφορούσε τήν εξύμνησι τού Θεού.

Σκέφθηκε: «Εδώ στο μοναστήρι μας ή Παναγία, μέσω τής θαυματουργού εικόνος της, εκπληρώνει τόσα και τόσα αιτήματα τών Χριστιανών. Δεν τήν παρακαλώ κι εγώ νά μου κάνη μία χάρι; Τόσο τήν αγαπώ, τόσο τήν ευλαβούμαι. Στό μοναστήρι της, στόν ναό της υπηρετώ. Ας τής ζητήσω κι εγώ κάτι».

Έτσι ξεκίνησε τό θέμα. Ό διάκονος Ρωμανός άρχισε νά ζητή άπό τήν Θεοτόκο τό χάρισμα τής υμνωδίας και κάτι τού έλεγε μέσα του ότι εκείνη δεν θά του χαλάση τό χατήρι. Μόνο πού ή Παναγία περίμενε μία σημαδιακή, μία έπίσημη ήμέρα νά τού προσφέρη τό ιερό δώρο.

Διά του Χριστού και τής ’Εκκλησίας ό χρόνος άγιάζεται. Έτσι έχουμε κάποιες άγιες ήμέρες πού ονομάζονται Κυριακές, έορτές άγίων, Δεσποτικές έορτές. Γιά θυμηθήτε λίγο και τήν Κ. Διαθήκη. Τά φοβερά άλλά και παραδεισένια οράματα τής Άποκαλύψεως τί ήμέρα τά αντίκρυσε ό υιός τού Ζεβεδαίου; Κυριακή. «Έγενόμην έν τή νήσω τη καλουμένη Πάτμω διά τον λόγον τού Θεού και διά τήν μαρτυρίαν Ιησού Χριστού. Έγενόμην έν πνεύματι έν τή Κυριακή ήμέρα, και ήκουσα φωνήν όπίσω μου μεγάλην ώς σάλπιγγος κλπ.». (Άποκ. α 9-10). Κυριακή, ήμέρα τού Κυρίου, άξιώθηκε νά δή ό άγιος ’Ιωάννης τις μεγάλες οπτασίες. Και ό θεόφρων Ρωμανός, μετά άπό 400 τόσα χρόνια, σέ ημέρα αφιερωμένη στον Κύριο ελαβε τό ιερό χάρισμα σέ Δεσποτική έορτή, στήν μητρόπολι τών έορτών, δηλαδή τά Χριστούγεννα.

Ή Παναγία τού έδωσε τό χάρισμα κατά τήν ιερά νύκτα τών Χριστουγέννων, μέσα στον ναό της, κατά τήν Ακολουθία τού Όρθρου. Τέτοια χρονική στιγμή πραγματοποιήθηκε τό θαυμαστό γεγονός.

Γιά νά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε τό θαύμα πού έγινε στον διάκονο Ρωμανό, θά χρειασθή νά κάνουμε μία αναδρομή σέ παλαιές έποχές και νά παρατηρήσουμε κάποια παρεμφερή γεγονότα. Λοιπόν ταξειδεύουμε νοερώς πρός τά πίσω και φθάνουμε στον 6° π.Χ. αιώνα. Κοντά στήν Βαβυλώνα, δίπλα στον Χοβάρ (ή Χεβάρ) παραπόταμο

τού Εύφράτη. Εκεί κάποιος εξόριστος Ιουδαίος, ό Ιεζεκιήλ, έκλήθη άπό τον Θεό στο προφητικό έργο. Ήταν Ιούλιος τού 593 π.Χ. και ό ’Ιεζεκιήλ ήταν τριάντα ετών.

Μεταξύ των άλλων θαυμιασίων πού είδε και άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού συγκαταλέγεται και τό εξής: Ό Θεός τού έδωσε νά φάη «κεφαλίδα βιβλίου», δηλ. τόμο βιβλίου. Τότε τά βιβλία ήταν ειλητάρια, τυλιγάδια, τυλίγονταν και ξετυλίγονταν. «Είδα ένα χέρι απλωμένο πρός τό μέρος μου πού κρατούσε βιβλίο. Τό ξετύλιξε μπροστά μου… Και μού είπε: «Ανθρωπε, φάγε αύτό τό βιβλίο και έπειτα πήγαινε νά κηρύξης στους Ισραηλίτες». Και μού άνοιξε τό στόμα για νά φάω τό βιβλίο και μού είπε: «Άνθρωπε τό στόμα σου θά φάη και τά σωθικά σου θά γεμίσουν άπό αύτό τό βιβλίο πού σού δίνω». Και τό έφαγα και έγινε στο στόμα μου σάν όλόγλυκο μέλι» (’Ιεζεκιήλ α 9-10 και β′ 1-3).

Εκείνα πού θά έκήρυττε ό Προφήτης πρός τον λαό, έπρεπε νά τού τά βάλη ό Θεός μέσα του, νά χωνευθούν καλά και στήν συνέχεια νά εξέλθουν από τό στόμα του.

Μόλις ό Προφήτης έφαγε τό βιβλίο, τό στόμα του γέμισε γλυκύτητα. «Καί έφαγον αυτήν (τήν κεφαλίδα τού βιβλίου), και έγένετο έν τω στόματί μου ώς μέλι γλυκάζον». Ό Θεός και ή χάρις του και τά λόγια του είναι σάν τό μέλι. Τά ρήματα τού Κυρίου είναι γεμάτα γλυκύτητα. Γι’ αυτό και ό 18ος ψαλμός — ένας ψαλμός πού μού άρέσει ύπερβολικά — σημειώνει, «γλυκύτερα ύπέρ μέλι καί κηρίον». Τά λόγια τού Κυρίου είναι πιο γλυκά άπό τό μέλι και τήν κηρήθρα.

Τό βίωμα τού προφήτου ’Ιεζεκιήλ αποτελεί ένα υπερφυές γεγονός, ένα θαυμάσιο τού Θεού.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και στον διάκονο Ρωμανό εκείνο τό βράδυ των Χριστουγέννων.

Καθώς προχωρούσε ή ’Ακολουθία τού Όρθρου, και βρισκόταν στήν μέση, ενώ ό Ρωμανός ήταν δίπλα στον άμβωνα, τον κατέλαβε ένας μικρός ύπνος. Αύτός ήταν ό ώραιότερος ύπνος τής ζωής του, γιατί άξιώθηκε νά άντικρύση τήν μητέρα τού Κυρίου, τήν βασίλισσα των ουρανών, τήν προστάτιδά του. Και μόνο πού είδε τήν Θεοτόκο, άρκούσε νά νοιώθη πανευτυχής. Αλλά ή Θεοτόκος τού έμφανίσθηκε γιά νά τού κάνη τό μεγάλο δώρο, αυτό για τό οποίο τόσον καιρό μέ πάθος τήν παρακαλούσε, τό χάρισμα τής υμνωδίας και μελοποιίας. Τό έλαβε αυτό, κατά τήν φράσι τού Συναξαρίου, «έπιφανείσης αυτώ της Υπεραγίας Θεοτόκου κατ’ όναρ, και τόμον χάρτου έπιδουσης και κελευσάσης αυτό καταφαγείν. Έδοξεν ούν άνοιξαι τό στόμα και καταπιείν τον χάρτην».

Δηλαδή ή Παναγία τού έδωσε ένα είλητάριο — και σ’ αυτά τά χρόνια τά βιβλία είχαν τήν μορφή ρολού, τυλίγονταν και ξετυλίγονταν — και τον προσέταξε νά τό φάη. Κι έκείνος άνοιξε τό στόμα του και κατέφαγε τό βιβλίο. Πάραυτα έλαβε τό χάρισμα νά συνθέτη ύμνους, κείμενο και μουσική. Μάλιστα ή πρώτη εκδήλοσις τού χαρίσματος υπήρξε άμεσώτατη. Και είχε χρώμα χριστουγεννιάτικο.

Και υμνούσε μέ τά πιο θεσπέσια λόγια και τήν πιο ώραία μουσική τό μέγα μυστήριον τής γεννήσεως τού Υπερουσίου Θεού έκ τής Παρθένου.

Μόλις συνήλθε άπό τον ιερό ύπνο, σπρωγμένος από θεϊκή ενέργεια ανεβαίνει στον άμβωνα — τότε οί άμβωνες βρίσκονταν στή μέση τού ναού — και θεοπνεύστως και θεοκινήτως ανοίγει τό στόμα του και βγάζει άπό μέσα του τό υπέροχο και ασύγκριτο ύμνολόγημα:

Ή Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει και ή γη τό σπήλαιον τώ Απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, μάγοι δέ μετά άστέρος όδοιπορούον δι’ ήμάς γάρ έγεννήθη Παιδίον νέον, ό προ αιώνων θεός.

Αναφέρεται σέ βίους ώρισμένων όσίον ότι μέ τήν μεσολάβησι τής Παναγίας έλαβαν τό χάρισμα τής άδιαλείπτου νοεράς προσευχής, δηλαδή ό εσωτερικός ενδιάθετος λόγος νά επικαλείται συνεχώς τον Χριστό — «Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησόν με» — συνεχώς, ήμέρα και νύκτα, και κατά τήν διάρκεια τού ύπνου. Αύτό βέβαια γίνεται οχι μέ φυσική δύναμι άλλά μέ τήν ύπερφυσική χάρι τού Αγίου Πνεύματος. Όποιος δέν δοκίμασε παρόμοιο βίωμα, δεν μπορεί νά καταλάβη περί τίνος πρόκειται.

Διά τής Θεοτόκου ό Χριστός διανέμει χαρίσματα. Χαρίσματα και χάρες. Τό πρώτο θαύμα πού έκανε ό Κύριος στήν δημόσια δράσι του ήταν ή μεταβολή τού νερού σέ ωραιότατο κρασί. Αύτό σκόρπισε χαρά και εύφροσύνη σέ όσους βρίσκονταν στον γάμο έκείνο τής Κανά. Αύτό τό θαυμάσιο εγινε μέ τήν μεσολάβησι τής Μητέρας του, διότι ό Κύριος δέν είχε πρόθεσι νά άρχίση έκείνη τήν ώρα τήν θαυματουργική του δράσι.

Έτσι και στήν ζωή τού οσίου Ρωμανού ή μεγάλη χαρά και τό μεγάλο χάρισμα τού δόθηκαν μέσω τής Θεοτόκου.

Άς προσπαθήσουμε μέ τήν φαντασία μας νά παρακολουθήσουμε αύτό τό θαυμαστό πού συνέβη στον άγιο Ρωμανό. Βλέπει στον ύπνο του τήν Θεοτόκο, βλέπει στο χέρι της ένα ειλητάριο, ένα μικρό βιβλίο. Έκείνη τού τό προσφέρει και τού λέει νά τό φάη. Εκείνος τό τρώγει. Καθώς τό έτρωγε, μόλις τό έφαγε, συνέβη μέσα του ένα θαύμα, ένα θαυμάσιο τού Θεού. Εμείς δέν μπορούμε νά κατανοήσουμε τί αισθάνθηκε, τί έζησε έκείνη τήν ώρα ό διάκονος. Μόνο κάποιος πού έζησε ανάλογο γεγονός, πού είχε παρόμοια έμπειρία μπορεί νά νοιώση τό πράγμα.

Γιά τέτοιες έμπειρίες ταιριάζει ό λόγος τού ’Αποστόλου στήν Α’ πρός Κορινθίους έπιστολή: «Έπί καρδίαν άνθρώπου ούκ άνέβη» (β′ 9). Δηλαδή ό νους τού άνθρώπου δέν μπορεί νά συλλάβη αύτές τις καταστάσεις. Ποτέ άπό άνθρώπινο νού δέν πέρασαν ιδέες γιά τέτοια παραδεισένια μεγαλεία. Αυτά είναι άσυλληπτα άπό τήν άνθρώπινη διάνοια. Αδιανόητα και άνεπινόητα.

Τό τί δοκίμασε ό ιερός Ρωμανός έκείνες τις θείες στιγμές μόνο ό ίδιος ξέρει. Ωστόσο και οι Χριστιανοί γεύθηκαν κάτι άπ’ αύτό. Όταν ανέβηκε στον άμβωνα τού ναού καί εψαλλε τον υπέροχο ύμνο, «Ή Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει…», κατάλαβαν ότι ό ψυχικός κόσμος τού Ρωμανού διέφερε άπό προηγουμένως. Τώρα πιά μέσα του σκήνωσε ή χάρις τού ‘Αγίου Πνεύματος πού είχε κατοικήσει και στον όγδοο γυιό τού Ίεσσαί, τον Δαβίδ. Τώρα πιά δέν ήταν Ρωμανός, άλλά Ρωμανός ό μελωδός.

Γράφει κάπου ό διαπρεπής καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης: «Ρωμανός ό μελωδός. Ό μέγιστος των ποιητών τής χριστιανικής Ελλάδος και τού χριστιανισμού έν γένει, ίσοστάσιος πρός τον προφητάνακτα Δαβίδ, άποκληθεις δέ και Πίνδαρος τής έκκλησιαστικής ποιήσεως».

Σύμφωνα μέ τήν σκέψι τού άποστόλου Παύλου ή Π. Διαθήκη εχει τήν σκιά και ή χριστιανική Εκκλησία εχει τό σώμα πού ρίχνει τήν σκιά (πρβλ. Κολασ. β″ 16). Έχουμε λοιπόν άντιστοιχίες. Στον Μωύσή άντιστοιχεί ό Χριστός, στο μάννα άντιστοιχεί ή Θεία Ευχαριστία, στον προφήτη Ήλία ό άγιος Ιωάννης ό Πρόδρομος, στον Δαβίδ και στους άλλους ύμνωδούς τής Π. Διαθήκης άντιστοιχούν ό όσιος Ρωμανός και οί άλλοι μελωδοι τής χριστιανικής Εκκλησίας.

Ένα μεγαλυνάριο τού οσίου Ρωμανού λέει: «Χαίροις Εκκλησίας ή αηδών, και θείων μυστηρίων ό υμνητής, χαίροις ή κιννύρα, ή μελωδός κιθάρα, ώ ‘Ρωμανέ θεόφρον, γλώσσα ισάγγελος».

Ή χάρις τού ‘Αγίου Πνεύματος άρχισε νά δρά μέσα του, νά τού δίνη ωραίες ποιητικές έμπνεύσεις, διαλεγμένες λέξεις και φράσεις, σχήματα λόγου όμοια μέ έκλεκτά κοσμήματα, περιεχόμενο λόγου γεμάτο άπό όμορφες και ’Ορθόδοξες θεολογικές έννοιες και συγχρόνως μουσικά μοτίβα ταιριαστά στον έκκλησιαστικό χώρο, γλυκύτατα και μελωδικώτατα. Πολύ πετυχημένα σημειώνεται σ’ ένα τροπάριο τού Εσπερινού τής 1ης ’Οκτωβρίου: «Ό μουσουργέτης, ή λύρα τού θείου Πνεύματος, ή άηδών, ό τέττιξ, ό τών θείων ασμάτων, αύλός τής Εκκλησίας», παρατιθέμενος «μελωδικάς εύωχίας»… Δηλαδή, ό άγιος Ρωμανός είναι μουσικός, είναι θεϊκή λύρα, είναι άηδόνι, είναι τζιτζίκι, είναι φλογέρα πού παίζει θεϊκά τραγούδια και σκορπίζει μελωδικές χάρες και εύωχίες.

Τά ποιήματα τού Ρωμανού ονομάζονται ύμνοι ή κοντάκια. Κατά κυριολεξίαν ονομάζονται ύμνοι. Εδώ λέγοντας «ύμνον» έννοούμε ένα ύμνογραφικό είδος πού τό σώμα του άποτελείται άπό τό κοντάκιον (ή προοίμιον ή κουκούλιον) και άπό τούς «οίκους» και πού καταλήγει στο έφύμνιον, δηλαδή τον τελευταίο «οίκο». ‘Όλο αύτό τό ύμνογραφικό σώμα συνδέεται μεταξύ του μέ τήν άκροστοιχίδα (ή άκροστοιχίδα μπορεί νά είναι και ή άλφάβητος, όπως στον ’Ακάθιστο ‘Ύμνο: Άγγελος πρωτοστάτης… Βλέπουσα ή άγία… Γνώσιν άγνωστον γνώναι…). ’Επίσης συνδέεται μεταξύ του και μέ τό λεγόμενον «άνακλώμενον», πού είναι ή ’ίδια κατά- ληξις και στο προοίμιο και στους «οίκους». Λ.χ. ένας ύμνος πρός τον άγιο ’Ιωάννη τον Χρυσότομο έχει ώς άνακλώμενον τήν κατάληξι, «ώς τά θεία σαφών». Τό προοίμιο καί οί «οίκοι» καταλήγουν στήν φράσι, «ώς τά θεία σαφών». Αν οί οίκοι είναι είκοσι, τόσες φορές θά άκουσθή αυτή ή φράσις και μία στο προοίμιο, είκοσι μία φορές.

Ενώ κατά κυριολεξίαν κοντάκιον ονομάζεται τό προοίμιο, τό πρώτο κομμάτι τού ύμνου, έπεκράτησε νά ονομάζεται δλος ό ύμνος κοντάκιον. Έτσι διαβάζομε στο Μηναίο τού ’Οκτωβρίου, «Τή αυτή ήμέρα, (δηλαδή τή πρώτη ’Οκτωβρίου), μνήμη τού οσίου πατρός ημών Ρωμανού, τού ποιητού τών κοντακίων».

Μαζί μέ τό κείμενο ό Ρωμανός συνέθετε καί τήν μουσική. Σέ περίπτωσι πού χρησιμοποιούσε μουσική πού είχε βάλει σέ κάποιο προηγούμενο ύμνο του, τότε συνέθετε «προσόμοιον» ύμνο. Άν γιά πρώτη φορά χρησιμοποιούσε τήν μουσική, τότε συνέθετε «ίδιόμελον» ύμνο.

Όλα τά τμήματα τού ύμνου ψάλλονται μέ τό ίδιο μουσικό μέλος. Στούς στίχους έπικρατεί ή ίσοσυλλαβία καί ή όμοτονία, χωρίς νά λείπουν και (ορισμένες εξαιρέσεις, γιά νά δίνουν κάποια ποικιλία στήν μελωδία και στον ρυθμό.

Τά θέματα τών ύμνων τού Ρωμανού άναφέρονται σέ διηγήσεις τής Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, σέ συνδυασμό μέ τις έορτές τής Εκκλησίας, σέ ιερά πρόσωπα όπως ή Θεοτόκος, οί Απόστολοι, οί Μάρτυρες καί γενικώς οί Άγιοι, σέ θαύματα, σέ ψυχικές καταστάσεις, σέ προσευχές κλπ. Τό ύμνογραφικό εργο του υπήρξε τεράστιο. Εκάλυψε τις άνάγκες τών διαφόρων λατρευτικών συνάξεων τού ήμερονυκτίου, τής Μ. Τεσσαρακοστής, αγίων όλων των μηνών καί άλλων ιδιαιτέρων εύχολογικών περιστάσεων.

Άναφέρεται ότι στο μοναστήρι τής Θεοτόκου «έν τοίς Κύρου» περισώθηκαν περισσότερο από χίλια έργα τού οσίου Ρωμανού. Δυστυχώς τά περισσότερα έχουν άπολεσθή. Ούτε τό έν δέκατον δέν έχει περισωθή.

Ή τεχνική τού έργου του είναι θαυμαστή. Μαζί μέ τήν ρητορική δεξιοτεχνία συνυπάρχει και ή άπλότητα τής άφηγήσεως καί τού διαλόγου. Παράλληλα, μέσω τών στίχων έκφράζεται και τό ορθόδοξο δόγμα, διότι τήν εποχή εκείνη, 5ος καί 6ος αιών, δοκιμαζόταν ή ’Εκκλησία άπό τις δοξασίες και τήν δράσι τών Μονοφυσιτών.

❖ ❖❖

Άς δούμε λίγο τό προοίμιο τού περίφημου ύμνου στήν Γέννησι τού Χριστού.

«Ή Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Ή λέξις «υπερούσιος» δηλώνει έντονα τήν θεία φύσι τού Χριστού. Τό «σήμερον» δηλώνει τον λειτουργικό χρόνο. Τά μεγάλα γεγονότα πού συνδέονται μέ τήν ζωή τού Χριστού βιώνονται στήν Εκκλησία κατά τρόπο ύπερχρονικό. Σήμερα οί Χριστιανοί έχουν ολοζώντανο μπροστά τους τό μυστήριο τής θείας ένανθρωπήσεως. Κάθε έτος άναζή, ζωντανεύει ένώπιόν τους τό ιερό γεγονός. Ή γή προκειμένου νά ύποδεχθή τον Θεό, τού προσφέρει κάτι, ένα σπήλαιον. Ή γή προσωποιείται. Έτσι ό λόγος ζωντανεύει. Ή προσφορά είναι ό,τι πιο άταίριαστο. Οί έννοιες τών αντιθέσεων και τών παραδόξων χρησιμοποιούνται πολύ άπό τον ύμνογράφο. «Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, μάγοι δε μετά άστέρος όδοιπορούοι». Έδώ μέσα σέ δύο ισοσύλλαβους ομοιοκατάληκτους και ομότονους στίχους, μέ θαυμαστή φυσικότητα και απλότητα δηλώνεται ότι ενώνονται δύο κόσμοι, ό ουράνιος και ο έπίγειος. Στον ένα στίχο, ό ουράνιος κόσμος άντιπροσωπεύεται άπό τούς αγγέλους και ό επίγειος άπό τούς βοσκούς. Στον άλλο στίχο, τά ουράνια έκπροσωπούνται άπό τό άστέρι και τά έπίγεια άπό τούς μάγους. Ή διάταξις τών λέξεων βρίσκεται σέ σχήμα χιαστό: Άγγελοι ποιμένες άπό πάνω, μάγοι άστήρ άπό κάτω. Δηλαδή, ουράνια — έπίγεια, έπίγεια — ουράνια.

Ή ένωσις έπιγείου και ούρανίου κόσμου γίνεται έκφραστική μέ τά ρήματα «δοξολογούσι» και «όδοιπορούσι» Τά αισθήματα τών έπιγείων προσώπων, τών ποιμένων, γίνονται δοξολογία πού ενώνεται μέ τήν δοξολογία τών ουρανίων προσώπων, τών αγγέλων. Οί φωνές έπιγείων και ούρανίων όντων ένώνονται. Τό περπάτημα ενός ούρανίου σώματος, τού άστέρος, έναρμονίζεται μέ τό περπάτημα τριών έπιγείων προσώπων, τών μάγων. Ή μία πορεία στον ούρανό, ή άλλη πορεία στήν γή. Οί δύο όμως πορείες γίνονται μία, μέ κατεύθυνσι τον γεννηθέντα Υιό τού Θεού.

Τόσο οί δοξολογίες, όσο και οί πορείες, όφείλονται στο ότι γεννήθηκε ό Χριστός. Τί θαυμαστή διατύπωσις! «Αι ημάς γάρ έγεννήθη Παώίον νέον, ό προ αιώνων Θεός». Έδώ ή αδιανόητη αντίθεσις. Το νεογέννητο παιδίον είναι ό προαιώνιος Θεός. Ό Θεός γίνεται παιδίον. Ό προαιώνιος μπαίνει μέσα στον χρόνο και ξεκινάει μία πορεία σάν τήν πορεία κάθε άνθρώπου πού στά πρώτα στάδιά της μιλούμε γιά βρέφος, γιά νήπιον, γιά παιδίον. Και όλα αυτά γιά μάς. «Δι’ ήμάς γάρ έγεννήθη». Ή φράσις αυτή δηλώνει τον σωτηριολογικό χαρακτήρα τού γεγονότος. Γιά νά σωθούμε έμείς οί άνθρωποι, γεννάται ώς παιδίον νέον αυτός πού υπάρχει προαιωνίως.

Μέσα λοιπόν σέ πέντε-έξι στίχους δηλώνεται τό νόημα τής εορτής τών Χριστουγέννων, περιγράφονται οί πιο χαρακτηριστικές του σκηνές, μέ ωραιότατα λόγια, μέ όλα τά προσόντα τού ποιητικού λόγου, μέ όμορφα σχήματα λόγου, και επί πλέον μέ ύπέροχη μελωδία.

Οί άρχαίοι έλεγαν «εξ όνυχας τον λέοντα» — παροιμιακή φράσις. Από τό είδος τού νυχιού καταλαβαίνεις ότι τό ζώο είναι λιοντάρι. Άπό κάτι μικρό πού φαίνεται, παίρνεις είδησι γιά κάτι μεγάλο και εντυπωσιακό πού δέν φαίνεται.

Λίγο άν άνασκαλέψουμε τό πρώτο τμήμα τού χριστουγεννιάτικου κοντακίου τού οσίου Μελωδού, άντιλαμβανόμαστε ότι πίσω άπό αύτό κρύβεται ένας μεγάλος ποιητής, ένας έκτακτος μουσικός, μία ύπέροχη ποιητική και μουσική μεγαλοφυΐα. Πίσω από όλα αύτά κρύβεται ή έπέμβασις μιας γυναίκας, τής γυναίκας πού γέννησε τον Θεό, ή οποία ’έδωσε εξαίσιο ύμνολογικό δώρο στον ευλαβή δούλο της, για νά ύμνήση καί το γεγονός τής γεννήσεως τού Θεού.

Ψαλμοί τού Δαβίδ στήν παλαιά οικονομία τού Νόμου. Κοντάκια τού Ρωμανού στήν νέα οικονομία τής Χάριτος. Πρόκειται γιά θαύματα και θαυμάσια τού Θεού. Και δίνουν μία άμυδρή πρόγευσι γιά τους εξαίσιους ύμνους και τις άρρητες μελωδίες πού θά άπολαμβάνουν οί σεσωσμένοι στήν Άνω Ιερουσαλήμ, «ενθα ό τών έορταζόντων ήχος ό άκατάπαυστος και ή απέραντος ηδονή τών καθορώντων τού προσώπου τού Χριστού το κάλλος το άρρητον». Εκεί μυριάδες άγγελοι και αναρίθμητοι άνθρωποι, άνάμεσα σ’ αυτούς και ό Δαβίδ, ό ώδικός προφήτης και ό Ρωμανός, ή λύρα τού θείου Πνεύματος, και οί άγνοι ποιμένες τής Βηθλεέμ και οί σοφοί Μάγοι τής Ανατολής, μία απέραντη χορωδία θά ύμνή το άπερίγραπτον κάλλος τού προσώπου τού Κυρίου τής δόξης, πού κάποτε γεννήθηκε στήν Βηθλεέμ «Παιδίον νέον ό προ αιώνων Θεός».